αρνούιν
[aˈɾnuin]
Ουσιαστικό, ουδέτερο

  1. Άνθρωπος βολικός και ήσυχος, που ανέχεται τα πάντα σαν αρνάκι.


Παράδειγμα

Ότι τζ̌αι αν σου κάμει η Μαρία εν αντιδράς καθόλου, είσαι τέλεια αρνούι.

 


Συνώνυμα:

  1. Άνθρωπος άβουλος, που ακολουθεί τυφλά μια ομάδα ή ένα κόμμα χωρίς να ασκεί κριτική.


Παράδειγμα

arnoui3

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.