γίνομαι κώλος
Φράση

  1. Μαλώνω με κάποιον, τσακώνομαι πολύ άσχημα.


Παράδειγμα

Ρε μιλώ σου εγίναν κώλος! Ετσακωθήκαν πάρα πολλά άσ̌σ̌ημα!

  1. Γίνομαι τύφλα στο μεθύσι.


Παράδειγμα


Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

2 σκέψεις για “γίνομαι κώλος