κκελλετζ̌ής
Ουσιαστικό, αρσενικό

  1. Αυτός που είναι χοντροκέφαλος, που δεν καταλαβαίνει εύκολα.


Παράδειγμα

Παρόλον που είναι κκελλετζ̌ής, εκατάφερε τζ̌' εδιορίσαν τον σε καλή δουλειά.

  1. Αυτός που είναι πολύ ξεροκέφαλος, ισχυρογνώμονας.


Παράδειγμα

Είντα κκελλετζ̌ής είσαι ρε μαννέ, μια φορά να μεν κάμεις της κκελλές σου έντζ̌αι μπόρεις!


Συνώνυμα:


Γράψτε απάντηση στο Τάσος Μιχαήλ Ακύρωση απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

2 σκέψεις για “κκελλετζ̌ής