κοντράππαρος
Ουσιαστικό, διγενές

Παρατηρήσεις (γλωσσικές)

Πρόκειται για μεταφορική χρήση της λέξης: κοντράππαρος ονομάζεται το ηλικιωμένο άλογο που το δέρμα του έχει κόντρες (πληγές από την επαφή με τη σέλα) και δεν είναι σε θέση να ανταγωνιστεί τα νεαρά άλογα της κούρσας.


Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

2 σκέψεις για “κοντράππαρος

  • Κωστής

    Είναι αξιοσημείωτο πως οι προσωπικές εμμονές κάποιων διαποτίζουν όλο τους το είναι. Ενώ θα μπορούσαν να δωθούν χίλια δυό παραδείγματα, ο δυγγραφέας επέλεξε ένα που να εξυπηρετεί συγκεκριμένες πολιτικές. Αυτό εμένα μου θυμίζει δυο άλλες κυπριακές παροιμίες για τον άνθρωπο που δεν αλλάζει: "Ο γέρος κι αν εγέρασεν, τον νουν που είχεν έχει" και "Είδες γέρον κι εν πελλός, ήξερε κι εν που πρώτα"

    • makats

      Μπορείτε εσείς να βρείτε αυθεντικά παραδείγματα από διαδικτυακά κείμενα και να μας τα υποδείξετε για να τα χρησιμοποιήσουμε; Ας είναι μην είναι "χίλια δυό", βολευόμαστε και με μία δωδεκάδα.