κουμπάρος
Ουσιαστικό, διγενές

  1. Άνθρωπος με τον οποίο έχουμε οικειότητα.


Παράδειγμα

 

 

  1. Προσφώνηση που χρησιμοποιείται δημιουργήσει κλίμα αμεσότητας, άσχετα από το βαθμό γνωριμίας με το άτομο στο οποίο απευθύνεται.


Παραδείγματα

Προέλευση

Από το βενετικό compare.

Παρατηρήσεις (γλωσσικές)

1. Όπως και στην κοινή, η πρώτη σημασία της λέξης αναφέρεται στο άτομο που παρίσταται ως μάρτυρας ή αλλάζει τα στέφανα στο γάμο ή βαφτίζει το παιδί κάποιου.

2. Ο θηλυκός τύπος της λέξης είναι κουμέρα, η προσφώνηση ρε κουμπάρε όμως μπορεί να απευθύνεται σε άτομα και των δύο φύλων.

Σημειώσεις

Παρόμοιο με το ελληνικό μαλάκας.

Χρησιμοποιείται μόνο σε αυτό το γένος ακόμη και για τις γυναίκες.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.