lvliazo, leveliazo, levelιάζω

  1. Aνεβαίνω επίπεδα με γοργούς ρυθμούς σε ηλεκτρονικό παιχνίδι.


Παράδειγμα

  1. Παίζω συνέχεια στον υπολογιστή, κολλάω άσχημα, εθίζομαι.


Παράδειγμα

Ρέ έσ̌ει που την ώρα που εξύπνησα που λεβελιάζω. Μιλούμεν έφα μεγάλο κόλλημα πας τούτο το παιχνίδι σε σημείο που εξίασα να φάω.

Προέλευση

Προέρχεται από την αγγλική λέξη level 'επίπεδο' και το παραγωγικό επίθημα -άζω.

Πηγές

http://lexislang.neurolingo.gr/show_lemma.php?id=232&sd=11

 

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.