παλαρισμένος (-ος, -η, -ον)
Μετοχή

(μτφ) Θυμωμένος.


Παραδείγματα

Άισμε τζ̌αι είμαι πολλά παλαρισμένος, είσαι κρίμα να φκάλω τα νεύρα μου πάνω σου.



Συνώνυμα:

νευριασμένος

Προέλευση

Από το ρήμα παλάρω.

Πηγές

http://wikipriaka.com/cy/dict/11

 

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.