(μτφ) Αυτός που χέζεται από το φόβο του, που τα κάνει πάνω του, ο δειλός, ο φοβητσιάρης.


Παράδειγμα

-Επήα να δω μιαν ταινία θρίλερ με τον Γιάννη! -Με τον Γιάννη; Χαχαχα. Ήντα τζ̌είνος εν σ̌έσης! Τις νύχτες τζ̌οιμάται με αναμμένα τα φώτα τζ̌αι επήεν να μου δει θρίλερ;

Φράσεις

  • σ̌έσης και μαλέσης

Σημειώσεις

e74072357e0fb37eb8fa-1428189571

Στην ελληνική κοινή αργκό: χέστης.

Πηγές

http://wikipriaka.com/cy/dict/14

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.