ττεμπερχανόσ̌σ̌υλλος
Ουσιαστικό, αρσενικό

Αυτός που είναι πολύ τεμπέλης, το τεμπελόσκυλο.


Παραδείγματα

Τάραξε που πά΄ στον καναπέ ρε τεμπερχανόσ̌σ̌υλλε να κάμεις καμιά δουλειά!


τεμπερχανόσ̌σ̌υλλος

Προέλευση

Από το τουρκ. tembelhan(e) `ίδρυμα όπου τεμπέληδες ζουν από φιλανθρωπίες΄ και το σ̌σ̌ύλλος.

Παρατηρήσεις (γλωσσικές)

Αντίστοιχο με το τεμπελχανάς και με το τεμπελόσκυλο της κοινής νέας ελληνικής.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.