φαουσ̌άζω
[fauʃázːo]
Ρήμα

Τρώω πολύ και με μεγάλη λαιμαργία, ντερλικώνω.


Παραδείγματα

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *