χάννω το φως μου
Φράση

  1. (μτφ) Τυφλώνομαι, θαμπώνομαι από αυτό που βλέπω.


Παράδειγμα

Μόλις την είδα να κατεβαίνει που το αυτοκίνητο με το κότσ̌ινο το φόρεμα, όπως την φωθκιά, έχασα το φως μου ρε πελλέ! Ήταν κουκλάρα!

  1. (μτφ) Νιώθω μεγάλη έκπληξη για ένα γεγονός που θεωρώ αναπάντεχο, απίστευτο.


Παράδειγμα

Φίλε μιλώ σου έχασα τα φώτα μου! Άκουσα ότι ο πατσ̌ιόγερος ο καθηγητής της φυσικής, επαντρεύτηκε μιαν στην ηλικία μου! Πέρκι να της ρέσσει 30 χρόνια!!!


Συνώνυμα:

έφυεν η φάτσα μου, Εν έσ̌ει τσ̌ιάνς, Όι βίλλο, Εν πιστεύκω

Σημειώσεις

lol-face-flashlight

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.