γαμόσ̌ιστος

δημιουργήθηκε από σιεροκουτάλα (τροποποιήθηκε 27 Ιανουαρίου 2016)
Ο γαμημένος σ̌σ̌ίστος ή αυτός που έχει γαμημένο σ̌σ̌ίστο· υβριστικός χαρακτηρισμός που δείχνει εξαιρετικά χαμηλή εκτίμηση για το άτομο στο οποίο απευθύνεται.

Δείτε ακόμη 1 ορισμό ...

γαμώ την κουφήν

δημιουργήθηκε από makats (τροποποιήθηκε 28 Φεβρουαρίου 2016)
Είμαι ιδιαίτερα καλός εραστής, έμπειρος και ικανός.